Όταν η καταστροφή μνημείων εξυπηρετεί αυταρχικούς σκοπούς

Στην Ινδία, το αυταρχικό κράτος εργάζεται σταθερά για να αναδιαμορφώσει τον δημόσιο χώρο διεκδικώντας το δικαίωμα να καταστρέψει, να διατηρήσει, και να οικοδομήσει. Χρησιμοποιεί αυτήν την εξουσία για να επεκτείνει την εμβέλειά του και να καταστείλει τους επικριτές και τις πολιορκημένες μειονότητες.

Καθώς η πανδημία του κορωνοϊού μαίνεται, εργάτες στην βόρεια ινδική πόλη Ayodhya εργάζονται για να χτίσουν έναν νέο ινδουιστικό ναό εκεί όπου κάποτε στεκόταν ένα τζαμί που ονομαζόταν Masjid Babri. Το τζαμί, μια απλή δομή από τούβλα και γύψο, χτίστηκε τον δέκατο έκτο αιώνα με εντολή του Babur, του Μουσουλμάνου κατακτητή από την Κεντρική Ασία που ίδρυσε την δυναστεία των Mughal στην Ινδία. Για αιώνες, το τζαμί γειτνίαζε με ναούς και μοναστήρια που συνδέονται με τον θρυλικό ινδουιστικό θεϊκό βασιλιά Ράμα. Αλλά το 1992, Ινδουιστές εθνικιστές πολιτικοί οργάνωσαν έναν όχλο για να εισβάλει στο τζαμί και να το μετατρέψει σε ερείπια, ισχυριζόμενοι ότι είχε χτιστεί στην τοποθεσία της γενέτειρας του Ράμα. Αυτό το επεισόδιο εικονοκλασίας σηματοδότησε την άνοδο του ινδουιστικού εθνικισμού ως ισχυρή δύναμη στην σύγχρονη ινδική πολιτική, με αποκορύφωμα την εκλογή το 2014 -και την επανεκλογή το 2019- ενός από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του, του πρωθυπουργού Narendra Modi.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας αποφάσισε πέρυσι ότι η κατεδάφιση του Babri Masjid ήταν παράνομη, αλλά εξακολουθεί να απονέμει την τοποθεσία σε ένα διορισμένο από την κυβέρνηση τραστ που θα χτίσει εκεί έναν ναό. Η απόφαση ισοδυναμούσε με τη νίκη του κόμματος Bharatiya Janata του Modi και του ευρύτερου ινδουϊστικού εθνικιστικού σχεδίου που επιδιώκει να ορίσει την Ινδία ως ινδουιστικό έθνος με κυρίως ινδουιστικό παρελθόν. Οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 14% του πληθυσμού, έχουν ζήσει στη Νότια Ασία για περισσότερο από μια χιλιετία, αλλά το BJP και οι σύμμαχοί του επιδιώκουν να αρνηθούν το ότι ανήκουν στο παρόν ή το παρελθόν του έθνους.

Μια πρόσφατη περίοδος ζωηρής εικονοκλασίας στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική έχει ανοίξει ξανά συζητήσεις στην Δύση που είναι από πολλές απόψεις οικείες στους Ινδούς ιστορικούς. Αγάλματα προσωπικοτήτων που σχετίζονται με την δουλεία, την γενοκτονία και τον λευκό ρατσισμό φαίνεται να πέφτουν καθημερινά. Μερικοί μελετητές της ινδικής ιστορίας ενοχλήθηκαν όταν οι διαδηλωτές έριξαν το άγαλμα του Βρετανού εμπόρου σκλάβων του 17ου αιώνα Edward Colston στο λιμάνι του Μπρίστολ τον Ιούνιο. Όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες του Κόλστον, η αναρχική αφαίρεση του μνημείου υπενθύμισε την καταστροφή του Babri Masjid και άλλων ινδουιστικών εθνικιστικών επιθέσεων σε τζαμιά [2] και αγάλματα [3] για να εκδικηθούν αντιληπτά ιστορικά λάθη.

Αλλά το πώς μια κοινωνία επιλέγει να θυμάται το παρελθόν της είναι μια αντανάκλαση του πώς βλέπει το παρόν της. Τόσο οι υποστηρικτές όσο και οι επικριτές αυτών των μνημείων και ιστορικών κτηρίων επιδιώκουν να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο λέγεται η ιστορία των χωρών τους. Η κυβέρνηση του Modi αναπτύσσει το πολύ θριαμβευτικό και έμπλεο αποκλεισμών όραμα της ιστορίας που οι ακτιβιστές στην Δύση προσπαθούν τώρα να ανατρέψουν. Οι πρόσφατες ενέργειες εικονοκλασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη αναπτύχθηκαν από -και συνεχίζουν να τροφοδοτούν- μια συζήτηση για τον δομικό ρατσισμό και την ιστορία της δουλείας και του αποικισμού. Αντιθέτως, στην Ινδία, το αυταρχικό κράτος εργάζεται σταθερά για να αναδιαμορφώσει τον δημόσιο χώρο διεκδικώντας το δικαίωμα να καταστρέψει, να διατηρήσει, και να οικοδομήσει. Χρησιμοποιεί αυτήν την εξουσία για να επεκτείνει την εμβέλειά του και να καταστείλει τους επικριτές και τις πολιορκημένες μειονότητες.

Αφού ο Μόντι κέρδισε την πρώτη θητεία του το 2014, ενστάλαξε στο ινδουιστικό εθνικιστικό σχέδιο τις δικές του μεγαλοπρεπείς φιλοδοξίες και την αυταρχική αισθητική. Αυτές οι προσπάθειες περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός τεραστίου αγάλματος [4] -του ψηλότερου στον κόσμο- ενός ηγέτη της ανεξαρτησίας τον οποίο οι Ινδουιστές ισχυρίζονται τώρα ως δικό τους˙ την ισοπέδωση [5] εκατοντάδων κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων και ιστορικών, στην ιερή πόλη Βαρανάσι για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των προσκυνητών στον ιερό ναό του Βισβανάθ (Vishwanath) και, ίσως, να προκαλέσουν [6] μια ακόμη κατεδάφιση τζαμιού˙ και, τώρα, η συνολική ανακατασκευή [7] του εμβληματικού Central Vista του Νέου Δελχί, που μοιάζει με το National Mall στην Ουάσινγκτον. Αυτό το τελευταίο έργο στην πρωτεύουσα θα περιλαμβάνει, μεταξύ πολλών άλλων κατασκευών, ένα νέο πρωθυπουργικό μέγαρο και ένα νέο κτίριο του Κοινοβουλίου, όλα προορισμένα να διαρκέσουν τουλάχιστον 150 έως 200 χρόνια. Το σχέδιο είναι αυτοκρατορικό ως προς το πεδίο εφαρμογής του˙ ανακαλεί [στη μνήμη] παλιούς μονάρχες, που ο καθένας προσπάθησε να χτίσει εκ νέου το Δελχί. Σηματοδοτεί επίσης ότι η κυβέρνηση του Modi έχει ένα όραμα για τον εαυτό της που δεν περιορίζεται από τα όρια των θητειών, αλλά επιδιώκει να διαμορφώσει το έθνος για το ορατό μέλλον.

Αυτό το όραμα του μέλλοντος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια συγκεκριμένη άποψη του παρελθόντος. Ο Vinayak Savarkar, ένας βασικός πρώιμος ιδεολόγος του Hindutva, ή αλλιώς του ινδουιστικού εθνικισμού, δήλωσε το 1923 ότι η Ινδία ήταν ταυτόχρονα μια πατρίδα και μια ιερή γη, της οποίας η ιστορία και ο πολιτισμός ήταν ουσιαστικά ινδουιστικά. Αυτή η έννοια έρχεται σε αντίθεση με τον ευρέως πλουραλιστικό και κοσμικό εθνικισμό των ιδρυτών της Ινδίας, όπως ο Mohandas Gandhi και ο Jawaharlal Nehru, ο πρώτος πρωθυπουργός. Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί, κατέληξε ο Savarkar, ακόμη και εκείνοι που προέρχονταν από Ινδουιστές, δεν ήταν πραγματικοί Ινδοί.

Ο Hindutva τοποθετεί τις θρησκευτικές μειονότητες στην Ινδία σε έναν απίθανο διπλό δεσμό. Δεν μπορεί ποτέ να τους επιτραπεί να ανήκουν εντελώς, ωστόσο εξακολουθούν να είναι κατά κάποιον τρόπο απαραίτητοι, γιατί η ύπαρξή τους επιτρέπει στους αληθινούς Ινδούς -τους Ινδουιστές- να αναγνωρίζονται μέσω της αντίθεσης. Ο Savarkar εμπνεύστηκε από τη μεταχείριση των Αφροαμερικανών στην εποχή του Jim Crow. Το 1944, είπε [8] σε έναν Αμερικανό δημοσιογράφο ότι θα αντιμετώπιζε τους Μουσουλμάνους ως «μειοψηφία, στην θέση των Νέγρων σας». Οι ιδέες του Savarkar ζωντανεύουν ακόμα την ρητορική και τις ενέργειες των διαδόχων του, οι οποίοι έχουν αρχίσει να αναβαθμίζουν την δημόσια εικόνα του.

Δεν υπάρχουν «πόλεμοι πολιτισμών» στην Ινδία όπως εκείνοι που μαίνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή οι Ινδουιστές εθνικιστές έχουν ήδη κερδίσει σε μεγάλο βαθμό. Τα έντυπα και τηλεοπτικά μέσα, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, έχουν διαπιστώσει ότι το καλύτερο συμφέρον τους έγκειται στην ενίσχυση της κυβερνητικής γραμμής. Τα οράματα του Hindutva για την Ινδική ιστορία και ταυτότητα, χωρίς συνέπεια και εξελισσόμενα όπως είναι συχνά, έχουν γίνει η νέα συναίνεση. Με την άνοδο του BJP, η ιδέα ότι οι Μουσουλμάνοι ήρθαν στην Ινδία ως ξένοι αποικιστές, όπως οι Βρετανοί -μαζί με τον ψεύτικο ισχυρισμό ότι διέπραξαν ακόμη και ένα «Ινδικό Ολοκαύτωμα»- κέρδισε ισχύ και δημοτικότητα.

Ο ινδουιστικός εθνικισμός επικεντρώνεται γύρω από τα παράπονα και την επιθυμία διόρθωσης -ή εκδίκησης- παρελθόντων λαθών. Οι οπαδοί του κατηγόρησαν τους αριστερόστροφους, κοσμικούς μελετητές ότι απεκάθαραν την ιστορική καταγραφή και ελαχιστοποίησαν την βία των Μουσουλμάνων ηγεμόνων κατά τους προηγούμενους αιώνες. Και οι Μουσουλμάνοι κατακτητές και ηγέτες σίγουρα ενεπλάκησαν με την βία, όπως έτειναν να κάνουν οι μονάρχες και οι επίδοξοι βασιλιάδες παντού. Μερικοί από αυτούς, αναμφισβήτητα, επιτέθηκαν σε ναούς -βεβηλώσεις που παραμένουν μια ιδιαίτερη πηγή διαμάχης για τους ινδουιστές εθνικιστές. Για παράδειγμα, ο πολέμαρχος του 11ου αιώνα Μαχμούντ της Γκάτζνα διέλυσε και λεηλάτησε ναούς κατά την διάρκεια των επιδρομών του στην Ινδία, συμπεριλαμβανομένου του Somnath στην Gujarat. Ο αυτοκράτορας του 17ου αιώνα [της δυναστείας] Μουγκάλ, Jahangir, βανδάλισε ναούς κοντά στην λίμνη Pushkar για να εκφοβίσει έναν επαναστάτη κυβερνήτη εκεί κοντά. Ο γιος του, Shah Jahan, τον διαδέχθηκε στον θρόνο το 1628 και σύντομα ισοπέδωσε 76 ημιτελείς ναούς στο Βαρανάσι. Ο διάδοχος του Shah Jahan, ο Aurangzeb, προήδρευσε σε πολλά ακόμη περιστατικά βεβήλωσης και καταστροφής ναών. Οι Ινδουιστές εθνικιστές υπερβάλλουν αυτές τις περιπτώσεις εικονοκλασίας και ταυτίζουν τους σύγχρονους Μουσουλμάνους, οι οποίοι είναι μια οικονομικά αδύναμη και κοινωνικά στερημένη μειονότητα [9], με ηγεμόνες από το μακρινό παρελθόν, απεικονίζοντάς τους ως καταπιεστές και άξιους τιμωρίας.

Οι μελετητές προσπάθησαν να τοποθετήσουν τις από αιώνων πράξεις εικονοκλασίας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η επιδρομή σε ναούς, μακράν του να είναι μοναδική στο Ισλάμ, ήταν μια έκφραση πολιτικής κυριαρχίας που βρίσκει αντηχήσεις ήδη τόσο πίσω όσο στην ρωμαϊκή αυτοκρατορική κυριαρχία και την αρχαία Μεσοποταμία. Όμως οι Μουσουλμάνοι ηγέτες της [ινδικής] υποηπείρου δεν καταπίεσαν τους μη Μουσουλμάνους με τον τρόπο που υπονοούν αυτές οι πράξεις. Οι βασιλείς των Μουγκάλ, για παράδειγμα, έδωσαν άφθονη υποστήριξη σε πολλούς ναούς και σε ινδουιστικές ασκητικές τάξεις. Οι Μουσουλμάνοι άρχοντες που επιτέθηκαν σε ναούς για πολιτική επιρροή συχνά πλήρωναν για την κατασκευή ή την ανακαίνιση άλλων˙ και οι Μουσουλμάνοι ηγέτες τοποθετούσαν τον εαυτό τους στις γενεαλογίες των Ινδουιστών θεών ή αναζητούσαν σοφία στα σανσκριτικά κείμενα. Είναι ενδεικτικό ότι τα σανσκριτικά γραπτά στοιχεία παρέχουν ελάχιστες ενδείξεις σχετικά με οποιαδήποτε παρατεταμένη ιστορία ινδουιστικού τραύματος που να προέρχεται από αυτές τις επιθέσεις σε ναούς. Επιπλέον, η ίδια η έννοια της παν-ινδικής, αρχέγονης ινδουιστικής ταυτότητας αποκρυσταλλώθηκε μόνο τον 19ο αιώνα κατά την διάρκεια της αποικιακής βρετανικής κυριαρχίας.

Σε έναν μετα-αληθινό κόσμο, οι μαχητές και οι ζηλωτές απορρίπτουν τέτοια επιστημονικά επιχειρήματα ως μια απολογία για τη μουσουλμανική βία ή ως μια αδύναμη υπόθεση για τον πλουραλισμό που απογυμνώνει τους Ινδουιστές από τα δικαιώματά τους ως πλειοψηφία. Εκείνοι που αμφισβητούν τα αφηγήματα του Hindutva κινδυνεύουν να στιγματιστούν ως «ινδουϊστοφοβικοί» ή ως sepoys -οι Ινδοί πεζικάριοι της βρετανικής εταιρείας East India- που μιλούν με την ξένη φωνή του αποικιακού αφέντη. Η υπομονετική δουλειά των ιστορικών στο να ξεχωρίζουν τις αποχρώσεις, δεν ταιριάζει με μια σφοδρή επίθεση παραπληροφόρησης υποστηριζόμενη από ωμή βία και κεφάλαια. Το κράτος και οι σύμμαχοί του έχουν δημιουργήσει μια πλημμύρα ινδουιστικής ρατσιστικής προπαγάνδας [10], συμπεριλαμβανομένων διαδεδομένων μηνυμάτων στο WhatsApp, βίντεο, αναρτήσεων στο Facebook, tweets, και ιστοριών στις ειδήσεις που οι τηλεοπτικοί παρουσιαστές στην συνέχεια επαναλαμβάνουν και μεταδίδουν [11].

Υπάρχει ελάχιστο περιθώριο για δημόσια ανταλλαγή απόψεων και συζήτηση όπου απειλείται η ελευθερία της έκφρασης. Η προσφυγή στην ιστορία –ακόμη και οι πιο περίπλοκες ιστορίες– μπορεί να πάει μια κοινωνία μόνο μέχρι εκεί. Το πρόβλημα δεν είναι, όπως πρότεινε κάποτε ο Γερμανός φιλόσοφος Georg Hegel, ότι οι Ινδοί δεν έχουν ιστορία. Η ιστορία είναι παντού, αναπτύσσεται για να εξοργίσει και να υποκινήσει. Σήμερα, το κυβερνών κόμμα Bharatiya Janata της Ινδίας επιδιώκει να δημιουργήσει ένα έθνος-κράτος στο θεμέλιο μιας φανταστικής ιστορίας.

Η SUPRIYA GANDHI είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θρησκευτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Yale και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Emperor Who Never Was: Dara Shukoh in Mughal India [1].

Σύνδεσμοι:

[1] https://www.amazon.com/Emperor-Who-Never-Was-Shukoh/dp/0674987292
[2] https://scroll.in/article/956268/from-ayodhya-1992-to-delhi-2020-mosques…
[3] https://thewire.in/politics/tmc-claims-bjp-goons-vandalised-vidyasagars-…
[4] https://www.bbc.com/news/world-asia-india-46028342#:~:text=Image%20copyr…)%20to%20build.
[5] https://www.thequint.com/photos/kashi-vishwanath-corridor-project-demoli…
[6] https://caravanmagazine.in/religion/how-modi-kashi-vishwanath-corridor-i…
[7] https://thewire.in/urban/behind-modis-plans-to-redevelop-the-central-vis…
[8] https://books.google.com/books?id=G75sDwAAQBAJ&lpg=PT160&ots=P8QjUKpY4f&…
[9] https://mhrd.gov.in/sites/upload_files/mhrd/files/sachar_comm.pdf
[10] https://www.wired.com/story/indias-frightening-descent-social-media-terror/
[11] https://thewire.in/media/zee-news-sudhir-chaudhary-fir-jihad-chart

πηγή